Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008


Οι καβαλάρηδες των χρυσών φεγγαριών

Κάτω από χαμηλούς ουρανούς
τρέχουν καβαλάρηδες
χάδια τ΄ανέμου τους ταξιδεύουν
ως τα νερά
ως τη βροχή που φέρνει η καταιγίδα
ακουμπούν σπαθιά κι ασπίδες και κοντάρια
ξαποσταίνουν εκεί
στον νεραιδότοπο των χρυσών φεγγαριών
δυνατοί πολεμιστές
ψάχνουν τον έρωτα και πολεμούν
ακούν τα τραγούδια των πουλιών
κεντούν σύννεφα
με βλέμμα γεμάτο κίτρινα φύλλα
αναζητούν
κουβαλούν στην ψυχή την εξορία
κάποτε τη φορτώνουν
στα φτερά των πουλιών
και την αφήνουν να παίζει
με τον άνεμο
με τα φτερουγίσματα
πάνω από τα κύματα
μετρούν τα βήματα της σιωπής
που θα τους φέρουν εκεί
στον νεραιδότοπο των χρυσών φεγγαριών
ψάχνουν για κείνο το φιλί
που δεν γευτήκανε ακόμα
σχεδιάζουν αποδράσεις
στήνουν οάσεις στον καιρό
δεν ξεχνούν
τάζουν ροδοπέταλα εκεί
στο νεραιδότοπο των χρυσών φεγγαριών...

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Mεθυσμένη νύχτα





Ρωτάς τι ναι ποίηση..
“Δεν ξέρω” ,
θα σου πουν τα μεθυσμένα χέρια μου.

Το κρεβάτι άδειο..
να γεμίζει μόνο με εικόνες.

Σπασμένα γυαλιά βρίσκω ανάμεσα στα σεντόνια
Κόκκινο κρασί
που κόβει τις επιθυμίες μου στα δυο

Δεν βλέπω τι γράφω..
Τα δάχτυλα ζωγραφίζουν

τους κύκλουςτων ματιών σου μονάχα..
Εισχώρησα σαν θάνατος και σαν κραυγή
Σαν έρωτας και σαν λαίλαπα..

Κι όσο στεκόμουν δίπλα σου
τόσο με τρέλαινε η απουσία σου

Γράφω
Δεν ξέρω τι
Με τα μάτια κλειστά και τα χέρια θαμμένα πια
σε ψυχρά πλήκτρα
που τον έρωτα μονάχα ξέρουν να δηλώνουν
με μαύρα γράμματα

Ζητώ να χαθώ στην άβυσσο..
μέσα της.. μέσα σου..

Να σου μάθω το "κόκκινο"
κι ό,τι δεν έζησες ως τώρα..



Μ. Νικολάου

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Εύθραυστος θαλλός

Απόψε η ερημιά
ουρλιάζει λαβωμένη,
μέσα στη νύχτα εξεγείρεται

με μάτια ξάγρυπνα

ζυγώνει δίπλα μου
μπήγει τα νύχια στο κορμί μου
και διεγείρεται απ΄τον πόνο μου


Απόψε η ερημιά είναι δική μου
θρυμματισμένη με φλερτάρει

γυμνή κι αλαφροΐσκιωτη
θολή μουτζούρα

εισχωρεί εντός μου
και καίει τις ανάσες μου

που είχα κρύψει σ΄ ένα σπήλαιο,

σε μία χαμένη σκήτη

ποιητών καταραμένων

Πυροδοτεί τη σπίθα και με προκαλεί

με προσκαλεί να σμίξουμε
και διεγείρεται απ΄το σώμα μου

τόσο, που η μουσκεμένη γλώσσα της

περιδιαβαίνει τον φαλλό μου

και βλαστημώντας χάνεται

στον προσιτό της στιγμιαίο θάνατο



(c) Τάκης Τσαντήλας

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Χαμογέλασε Ψυχή














Δες, γυρίζει και τι ωραία διασχίζει τη θάλασσα
που σαν ήρεμη, κοιμάται ενώ κείτεται γυμνά!
Κράτησέ μας στην ανήλια της ζαλάδα.
Τέρψε θύμησες και γνέψ' της να μας ζώσει.
Θα μας νιώσει στις παλιές φερτές παρέες
με κρασί που θ' αφρίσει σα μας δει.
Κλέψου κόσμε, γέψου την ανείπωτη φυγή.
Σα μας βρει και γεννηθεί, θα ξεμυτίσει.

Ω ωραία που γιομίζεις τας ψυχάς βασιλικό
και απλόχερα στεγάζεις τους διαβάτες!
Στον αφρό η ομορφιά σου λαμπυρίζει σα θρονί
και οι ράχες των στεριών, χρόνια ζηλεύουν!
Κι ως παλεύεις, θα παλεύουν οι εργάτες σου καλέ.
Κι ως ρωγμή θα ξεσπαθώσουν έρμα λόγια.
Μ' αλαφράδα θα γιομίσουν τας ψυχάς των ζωντανών
και στα υπόγεια, στόλος - γλέντι θα ξεσπάσει.
Μα ο γλάρος δε θα φθάσει τ' όνειρο το θεμιτό
και θ' απλώσει τας φτερούγας του στον ήλιο.
Στον αφρό θα ξαποστάσει σαν η σάρκα κουρασθεί
και το ζήλο θα' χει στρώσει σε μια θάλασσα πλατιά.
Χαμογέλασε ερημιά... χαμογέλασε ψυχή!

Δημήτρης Δικαίος (c)1993

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Ερινύες

Εκεί ανάμεσα στα τσαλακωμένα
σεντόνια και σε ανίατα όνειρα
άκουσα τη φωνή σου
να με καλεί
κι έκλεισα τ' αυτιά μου να μην ακούω
μα πήρες χρώματα απ' το ουράνιο τόξο
και μου ζωγράφισες το κάλεσμά σου
κι έκλεισα τα μάτια μου για να μη βλέπω
ύστερα έγινες αφή στα δάχτυλά μου
για να έχω κάτι από σένα
κι έκοψα τα δάχτυλά μου να μη σε νιώθω
έπεσε το κορμί μου νικημένο
κι έγινε το Βατερλό μου
και καθώς η νύχτα ξαπόσταινε στα χείλη σου
αφόρισα τις στιγμές
και κάλεσα ικετευτικά τις Ερινύες
να με τρελάνουν
μα εσύ ακόμα σαν όραμα και σαν αερικό
τις νύχτες μου στοιχειώνεις
ανίκανη πια να κοιμηθώ ...

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

ΠΟΙΩ ΑΣΥΔΟΤΑ !!


ΟΔΗΓΙΕΣ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΟΣ για "ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΝΑΞΙΑ"

Παιρνουμε
1/2 κουταλακι μοναξιά
1 πουτάνα (κατα προτιμηση της οδου Φυλής)
3 σκελιδες σκόρδο
5 αναμνήσεις συμπικνωμένες (σε χαρτινο κουτι)

ΑΝΑΚΑΤΕΥΟΥΜΕ

Αφου η πουτανα ζαλιστεί , αδειαζουμε στα μουτρα της όση
μοναξιά εχει απομεινει
και προσθετουμε 5 κουταλιες σουπας παρμεζανα τριμμενη
και 1 κρέμα γάλακτος.

Βαζουμε σε μπαιν μαρί και κράζουμε δυνατά
"που θα μου πας , θα σε ψήσω μωρή" !

Αφου η πουτάνα αναμιχθει με τη μοναξιά
τις βγαζουμε απο τη φωτιά
και τις βαζουμε σε ενα πυρεξ.

Ψηνουμε στους 389 βαθμούς για μερικά χρονια
μεχρι να γίνουν μπαρμπεκιου.

Βγαζουμε απο το φουρνο και περιχύνουμε
με ολιγον σιροπι ανασφαλειας .


ΚΑΛΗ ΟΡΕΞΗ ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΚΡΑΣΑ !!!!

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Ου τόπος


σε είδα να μαζεύεις τις μετέωρες λέξεις μου
σε διαλόγους ουρανούς να τις κρεμάς
να φέγγουν στιγμιότυπα ονείρων

σε είδα να προσαράζει την ιστιοφόρο λύπη μου
σε ιριδισμούς θαυμάτων
και τα δειλά καράβια χάδια μου
να δένουν στο λιμάνι σώμα σου

γι΄ αυτό σου λέω άφησέ με λίγο ακόμη
λίγο πριν απ' το τώρα, πριν το μετά...
όπως πάντα όπως παλιά
στα πληκτρολόγια της έναστρης αφής σου
να γράφω αποσπάσματα του μέλλοντος εντός σου

αχειροποίητη στιγμή
ου τόπος μάτια μου
στα μάτια σου