Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Γαλάζιο μου


Στον ουρανό σε αναζητώ
κρύβεσαι μες
στο γαλάζιο μου ρούχο
μοιάζεις με σύννεφο
υφάδι υγρό.
Σε αγγίζω
τυλίγεις το κορμί μου
ενώνεσαι με τον ορίζοντα
και με τέμνεις.
Σε εισπνέω
πλάσμα από υγρασία και φως
το χρώμα σου ντύθηκα,
όταν επιθυμώ να σε γευτώ
στάζεις στα μάτια μου.

L.N.E

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Σκοτεινές σιωπές


Καθώς ατένιζα
λευκούς ορίζοντες
πέρα απ’ τα βλέφαρά μου
η παρουσία της αβάσταχτης στιγμής
γινόταν πιο δυνατή.

Αριθμούσα παράγωγες μνήμες.
και ξόρκιζα με Ινδιάνικες προσευχές
τον ερχομό σου

Ελευθερία πριν από σένα
και πέρα από σένα.

Φυσώ τον καπνό
που ενώνει το πριν και το μετά.

Χαράζω δράκοντες στα κύματα
και σ’ ένα σύννεφο
αφήνω σκοτεινές σιωπές.

Αιμορραγώ και αναδύομαι
μέσα απ’ τις φλέβες σου..



M. Nικολάου

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Έξαψη

Έχοντας περιπλανηθεί
αιώνες στο κορμί σου
τόσο μου διέγειρες την έξαψη
όπου θαρρώ
πως έβγαιναν μικρά ανθάκια
από το στήθος σου
ευωδιαστές μυρσίνες
που ανέδυαν
αδημονούντα πόθο
και μυστικοί σπασμοί
σε ανεμώνες μέσα και σε κρίνους
ένα φιλί μέσα σε νάρκισσους
μια χαραμάδα από φως
λαθραίου φεγγαριού
άλικο όνειρο
που ταξιδεύει με σιρόκο άνεμο
ως τα κρυφά φαράγγια των ωκεανών
των δακρυσμένων ουρανών
και των ερώτων


(c) Τάκης Τσαντήλας

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

Γεύση από μπρούσκο

Επιστρέφεις σε μένα
θύελλα καλοκαιρινή
ταξιδεύουν τα σύννεφα
σμίγουν στο πέλαγος
κάθυγροι οι πόθοι
που ο άνεμος έφερε

Τα χέρια μου αναρριχούνται
στο σμιλευμένο κορμί σου,
μπρούσκο η γεύση του φιλιού σου
στο στόμα μου, μέθη αμέθυστη,
να μ΄ αγαπάς ουρανέ μου
ομορφιά δειλινού
και της νύχτας ανάθεμα
που το φως σου δε σβήνεις
που καις την ανάσα μου
κι αρμενίζεις μαζί μου
πεταλούδα εγώ
ναυαγός στο νησί σου
το στερνό μυστικό μου
στα χείλη σου κράτα


L.N.E

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008


Τους ορίζοντες του θυμού μου κατοίκησα,
σ’ ένα ποτήρι ραγισμένο
που μέσα του κρύβει μια θάλασσα ανεμοδαρμένη.

Πίνω την αντάρα της,
μεθυσμένη τα χνάρια μου να βρω.

Δυο χούφτες άμμο στο άγριο δειλινό στάζω
και με φτερά ενός αλήτη γλάρου
ψηφιδωτό σκαλίζω σε βράχο σιωπής.

Τα γυμνά πόδια μου,
παγωμένα καρφιά στα νεκρά ποσειδώνια
της ψυχής μου.

Με νότες χαράζω τους ήχους των κυμάτων,
στο λευκό των αφρών
και με δοξάρι τον άνεμο, τραγούδι κατευθύνω
στα υψωμένα όνειρα της καρδιάς μου.

Ήταν εκείνο το γέρικο δελφίνι
που το βλέμμα του σπάραζε
τη φωνή μου…

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

και πάλι στα κρυφά ανθίζει ο κόσμος

ένα «αισιόδοξο» ποίημα
αφιερωμένο στη Μαρία
με αγάπη και εκτίμηση

στα κρεμασμένα ρούχα ξεστρατίζουν
αχτίδες του ήλιου και η δροσιά
των δέντρων που δειλά αναθρώσκει
στο φως μικρές αυλές απλώνουν
χρώματα κι ευωδιές, παιχνίδια
χορταριασμένη απλώνουν τη γαλήνη τους
κάτω απ' το πίσω μου μπαλκόνι

είναι μια μέρα καθημερινή
και είναι σαν να λείπουν όλοι
και όμως σαν να είναι όλοι εκεί

γελιέμαι ή μήπως πάλι στα κρυφά
ανθίζει ο κόσμος;

Τόλης Νικηφόρου





Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Αλήθειας διάβημα


Παρατήρησε τους ανθρώπους.
Γέρασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
θεατός από τους λόφους.

Βύθισε το σώμα σου το βράδυ,
λόγιε κηφήνα.
Νοίκιασε μνήμα..
να μη μολύνεις το λιβάδι.

Σκέπασε τον οίκο σου καλά.
Μια κουκουβάγια..
γυμνή σοράγια..
Σκορπάει όνειρα φρικτά.

Άνοιξε το βήμα σου κοχλία..
έφθασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
αρεστός στην υγρασία.

Προικισμένη μου ξυλοκαϊνη
έχεις μου τόση
ζωή νεκρώσει
που το υπόλοιπό μου εκκρίνει..

βιαστική κι απροετοίμαστη
αυτοκτονία..
Μα απ’ τη μία,
θα αφόριζαν μια ασίγαστη

επιθυμητή ελευθερία
που θα ομοίαζε
μ’ ατύχημα;

Δημήτρης Δικαίος

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

Χρόνια πολλά

Σου εύχομαι χρόνια πολλά και καλά, Μαρία.
Πράγμα που, εντελώς ασύδοτα,
σημαίνει με θύελλες, καταιγίδες, τυφώνες,
τσουνάμια της καρδιάς
και άλλα ποιητικά φαινόμενα.
Όπως σου αξίζει και όπως ονειρεύεσαι.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

άκλιτο ‘έλα’

πώς να πορευτώ στο «έλα» σου
με την ταχύτητα εμπρόθετης απουσίας
απαρέμφατα «γίγνεσθαι»
θρυμματισμένα εντός μου κάμπτονται
για την αυταπάτη του οριστικού σου «φεύγω»

και μια ελαστική ενίοτε υποτακτική "ας...."
που τολμάει διαταγή να γίνει
μείνε να …δεις
(μα κι αν μείνεις τι θα δεις)
αν δεν μείνεις πάλι θα τον δεις…
τον πλου των μελλούμενων γύρω μας
να απειλεί τα ρήματα με διάρκεια

και οι σιωπές του αορίστου ερχομού
ζηλιάρες ερωμένες του ενικού σου δισταγμού
υποκλίνονται όλες στην Ευκτική
μιας ιουλιανής εξακολουθητικής συγνώμης
και συ να επιμένεις στην κατάφαση
των στιγμιαίων «θέλω»
νότα σκονισμένη στο παράφωνο
κλειδοκύμβαλο παρατατικό της τύψης
σκορπίζεσαι στα «μη» σου πλήκτρα

σε κενό ονείρου η πτώση
διαμελίζεσαι …
πεισματικά αρνείσαι
τη δοτική των άστρων

ο πληθυντικός των φόβων μου είσαι
με άκλιτα «έλα»
επιβάλεις σε καθαρεύουσα άπταιστη
την απόγνωση των ουσιαστικών

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Απλά αιρετικό



Χωρίς αποτυπώματα
πια τα δάχτυλά μου
κάηκαν στη κόλαση
του κορμιού σου
Αμαρτωλή και κόκκινη
με μια κούπα κρασί κι έναν οργασμό
για προσάναμμα
Τι κρίμα που δεν είναι χειμώνας
να ξαπλώσω στο χιόνι
που έστρωσες πάνω σου
Τι κρίμα που δεν έχω βάρκα
ν’ αρμενίσω στη θάλασσά σου
τις νύχτες που το φεγγάρι
θωπεύει
τις υγρές φωλιές
που κρύβεις στο κορμί σου.
Άγρια κόκκινη
κι αμαρτωλή η κόλαση
βγαλμένη από μέσα σου
καταδυναστεύει τις αισθήσεις μου.
Παραδίνομαι τότε στη δύνη
του ανομολόγητου
και του αιρετικού σου πάθους…

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Καρδιά μου πάψε να χτυπάς .


Σύννεφα σκέπασαν τη γη
σύννεφα την καρδιά μου
χίλια κομμάτια έγιναν
για πάντα τα όνειρά μου

*

Έριξες στάχτη κι έκαψες
την κάθε ανάμνησή μας
ό,τι οι δυο μας χτίσαμε
με το ζεστό φιλί μας

*

Μάταια ψάχνω να σε βρω
στου γυρισμού το δρόμο
συντρίμια έγινε η σιωπή
στου ρολογιού το χρόνο

*


Λες κι όλα να σταμάτησαν
στου χωρισμού την ώρα
νιώθω πως όλα πάγωσαν
μες στην ψυχή μου τώρα

*

Καρδιά μου πάψε να χτυπάς
χτύπα για κείνον μόνο
ρίξε δυο δάκρυα φωτιά
και γιάτρεψε τον πόνο



Μ. Νικολάου
-2007-

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Γνόφος καιρός

Ήρθε ο καιρός να πάρω
λίγο απ΄ την ανάσα σου
και ν΄ αποτραβηχτώ στη σκήτη μου
στην ερημιά μου,
ν' αφήσω πίσω μου σημάδια
κι ενθυμήματα
ίχνη σαθρά της καταχνιάς
και της οδύνης,

να κλείσω αθόρυβα
της μνήμης την κερκόπορτα
με τα φθαρμένα άγκιστρα
και με τις αλυσίδες,
να θάψω τα θολά χαρτιά της ποίησης
του πάθους τη φωτιά

να αποχαιρετήσω

Να καταβυθιστώ

μες στο σκοτάδι μοναχός
με τις απέριττες σιωπές
και τα θροίσματα των ίσκιων

Κι όταν ο ψίθυρος τ΄ ανέμου

αναδυθεί στιλπνός
από τα βάθη μυστικών καιρών
θα ρθω ξανά να σ΄ ανταμώσω
μ΄ ένα φιλί που θα κρατώ κρυφό
σε μια σταγόνα, μέσα, της βροχής
που θα κυλά αθέατη
στα σφαλιστά μου μάτια


(c) Τάκης Τσαντήλας